Τρίτη, 25 Ιουνίου 2013

Το ανέκδοτο της μεταρρυθμιστικής κυβέρνησης

Τις τελευταίες ημέρες, με αφορμή την υπόθεση της ΕΡΤ, ακούμε συνεχώς ότι η ΝΔ είναι η μεταρρυθμιστική δύναμη στην κυβέρνηση συνεργασίας. Αφορμή γι αυτό είναι το γεγονός ότι έκλεισε ένας οργανισμός, αλλά κυρίως ότι το κλείσιμο σηματοδοτεί τις πρώτες απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων. Κι άλλοι οργανισμοί έχουν κλείσει ή συγχωνευθεί, αλλά δεν έχει απολυθεί κανείς.
Όμως οι απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων δεν είναι πραγματική, διαρθρωτική μεταρρύθμιση, ιδίως αν δεν είναι ενταγμένες στη λογική ενός συστήματος αξιολόγησης. Το μέγεθος του στενού δημοσίου τομέα στην Ελλάδα δεν είναι μεγάλο σε σχέση με τον πληθυσμό, είναι μεγάλο σε σχέση με τον ενεργό πληθυσμό και σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα. Χρειαζόμαστε εκείνες τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που θα αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο λειτουργεί η ελληνική οικονομία.

Παρασκευή, 14 Ιουνίου 2013

Ποιο πρέπει να είναι το μήνυμα των απολύσεων στο δημόσιο;

Έφτασε ο κόμπος στο χτένι και η κυβέρνηση, η οποία με κάθε τρόπο είχε προσπαθήσει να αποφύγει το αναπόφευκτο, ήδη προχώρησε στο κλείσιμο του πρώτου μεγάλου δημόσιου οργανισμού, της ΕΡΤ, που σημαίνει ότι απολύθηκαν όλοι οι περίπου 2.700 εργαζόμενοι σε αυτήν. Μέχρι το τέλος του έτους, σύμφωνα με τις δεσμεύσεις που έχουμε αναλάβει, πρέπει να πραγματοποιηθούν 4.000 απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων.
Φαίνεται ωστόσο ότι δεν έχει προηγηθεί καμία σοβαρή αξιολόγηση του προσωπικού, ούτε καν των οργανισμών που πρέπει να κλείσουν. Και σίγουρα δεν έχει γίνει καμία πρόβλεψη επανακατάρτισης και επανεισόδου στην αγορά των ανθρώπων αυτών. Κυρίως, δεν έχουν δημιουργηθεί οι συνθήκες που θα επιτρέψουν τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας εκτός του δημοσίου, για να απορροφήσουν τους απολυμένους – τα δύο τελευταία ισχύουν και για τους 1,4 εκατ. ανέργους του ιδιωτικού τομέα.
Υποστηρίζω ότι το μέγεθος του στενού και ευρύτερου δημοσίου τομέα στη χώρα μας πρέπει να μειωθεί δραστικά, μέσω απολύσεων και αποκρατικοποιήσεων – όχι επειδή είναι μεγαλύτερο από αυτό άλλων χωρών, αλλά επειδή περιλαμβάνει πληθώρα αναποτελεσματικών και άχρηστων υπηρεσιών και εταιριών, μερικές από τις οποίες υπάρχουν μόνο για να εξυπηρετούνται οι «ημέτεροι» της κάθε κυβέρνησης ή να ταλαιπωρείται ο πολίτης.
Ωστόσο, αυτές οι 4.000 απολύσεις δεν συμβάλουν στην ελάφρυνση του δημοσίου, ούτε καν στατιστικά (περίπου 0,5% για το στενό δημόσιο). Αντιθέτως, δημιουργείται τεράστιο θέμα (το ζούμε με την ΕΡΤ), που δεν είναι μόνο επικοινωνιακό, αλλά και φυτίλι στη συγκυβέρνηση. Αν όμως είναι να περάσεις από την κριτική, να βάλεσαι από σχεδόν όλα τα ΜΜΕ και τα social media, να βρίσκεσαι σε θέση άμυνας και να έχεις εσωτερικές συγκρούσεις στην ομάδα σου, τουλάχιστον οργάνωσε εσύ τη μάχη.
Η χρησιμότητα των 4.000 απολύσεων δεν μπορεί να είναι ποσοτική, μπορούν όμως και θα έπρεπε να χρησιμοποιηθούν για να περάσει το μήνυμα ότι μπαίνει επιτέλους αξιοκρατία στο δημόσιο. Η ευκαιρία χάθηκε ήδη μία φορά με τις οριζόντιες περικοπές των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, δεν πρέπει να ξαναχαθεί τώρα. Πρέπει να εμπεδωθεί το πολύ σημαντικό μήνυμα ότι οι ανεπαρκείς, οι άχρηστοι, θα φεύγουν. Έτσι θα βελτιωθεί και η συμπεριφορά των υπαλλήλων γενικότερα – το πρόβλημα δεν είναι μόνο ποσοτικό, είναι κυρίως ποιοτικό.
Η κυβέρνηση θα μπορούσε εδώ και μήνες να έχει αξιολογήσει τους ανθρώπους και τις υπηρεσίες, αντί να τρέχει να προλάβει στο παρά πέντε έναν ποσοτικό στόχο. Δεν χρειάζεται ιδιαίτερη προσπάθεια για την αρχή, διότι σε κάποιες περιπτώσεις τα πράγματα είναι προφανή: ποιος ήταν υπεύθυνος για τις καθυστερήσεις, τις δυσλειτουργίες και τον κακό σχεδιασμό του Γενικού Εμπορικού Μητρώου (ΓΕΜΗ); Ποιος ήταν υπεύθυνος για την απλοποίηση της διαδικασίας ίδρυσης και αδειοδότησης εταιριών, για την οποία ακόμα δεν έχουν συντονιστεί λειτουργικά όλοι οι φορείς; Ποιοι ήταν υπεύθυνοι για τη δημιουργία του κτηματολογίου; Ποιες πολεοδομίες επέτρεψαν το χτίσιμο μίας ολόκληρης αυθαίρετης πόλης στην Ηλεία; Πόσο δύσκολο είναι να ελεγχθούν οι πολεοδομίες στις οποίες έγιναν οι περισσότερες νομιμοποιήσεις αυθαιρέτων, τρανή απόδειξη της ανεπάρκειας, αν όχι της διαφθοράς των υπαλλήλων που ήταν υπεύθυνοι για τους σχετικούς ελέγχους;
Θα μπορούσε βεβαίως η κυβέρνηση να έχει προχωρήσει και στη διαδικασία δημιουργίας μόνιμου συστήματος ατομικής αξιολόγησης για το άμεσο μέλλον, ώστε η ανανέωση του προσωπικού στο δημόσιο να γίνεται περιοδικά και αξιοκρατικά. Διότι, αυτά που διαβάζουμε, ότι τελικά τα επόμενα χρόνια θα αποχωρήσουν με εθελουσία έξοδο περί τις 170.000 δημόσιοι υπάλληλοι «που είναι κοντά στη συνταξιοδότηση», δηλαδή 50-60 ετών, είναι πραγματικά τρομακτικά. Κατ’ αρχήν, τίποτα δεν λέει ότι αυτοί είναι οι χειρότεροι που πρέπει να απομακρυνθούν, κυρίως όμως πρέπει επιτέλους να καταλάβουμε ότι δεν έχουμε να πληρώνουμε δεκάδες χιλιάδες νέες πρόωρες συντάξεις σε πενηντάρηδες. Έτσι όπως πάμε, οι νεότεροι δεν θα πάρουμε ούτε τη βασική σύνταξη των 360 ευρώ.
Η μόνη χρησιμότητα των 4.000 απολύσεων είναι συμβολική: επιτέλους, γίνονται απολύσεις στο ελληνικό δημόσιο. Πόσο καλύτερο θα ήταν το μήνυμα όμως, τόσο προς το εσωτερικό όσο και προς το εξωτερικό, αν αυτές γίνονταν αξιοκρατικά και οργανωμένα; Η κυβέρνηση δυστυχώς προχωρά με άτακτο τρόπο στη δήθεν αναδιάρθρωση του δημοσίου. Είναι δε πιθανόν και αυτές οι απολύσεις στο μέλλον να υπακούουν στον κανόνα 4-2-1, για να τηρηθούν και οι απαραίτητες ισορροπίες.

(Το κείμενο δημοσιεύθηκε στην Athens Voice, 14/6).

Δευτέρα, 10 Ιουνίου 2013

Υπέρ του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές

Το βασικό επιχείρημα υπέρ του ανοίγματος των καταστημάτων τις Κυριακές είναι ένα: 
το συμφέρον του καταναλωτή. Όποιος εκφράζει αντιρρήσεις ποτέ δεν αναφέρεται σε αυτό - και πώς να αναφερθεί, εφόσον το αντιστρατεύεται.

Οι διάφοροι περιορισμοί που προτείνονται  δεν βοηθούν ούτε την απασχόληση, ούτε τον πελάτη (του οποίου το συμφέρον έτσι κι αλλιώς σπανίως μπαίνει στην εξίσωση) ούτε όμως και τα μικρά καταστήματα. 

Οι διαθέσιμες έρευνες από χώρες που έχουν ήδη διευρύνει το ωράριο λειτουργίας των καταστημάτων τις Κυριακές αποδεικνύουν ότι με τον τρόπο αυτό ΑΥΞΑΝΕΤΑΙ Η ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗ – όχι εις βάρος των θέσεων πλήρους ωραρίου – και ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΕΤΑΙ Η ΖΩΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ ΓΟΝΕΩΝ και ειδικά των γυναικών και όσων δεν μπορούν εύκολα να κάνουν τα ψώνια τους, κυρίως διατροφής, κατά τη διάρκεια των δικών τους ωρών εργασίας.

Επίσης, δείχνουν ότι τα μεγάλα καταστήματα είναι κυρίως αυτά που εκμεταλλεύονται τη δυνατότητα του διευρυμένου ωραρίου (ειδικά τα σουπερμάρκετ), αλλά και ότι αδίκως θεωρείται ότι ο καταναλωτής επιλέγει το μεγάλο κατάστημα λόγω ωραρίου: αυτό συμβαίνει έτσι κι αλλιώς, και σε χώρες με ισχυρούς περιορισμούς, επειδή ο πελάτης βρίσκει στο μεγάλο κατάστημα, που έχει οικονομίες κλίμακας και μεγαλύτερη παραγωγικότητα, καλύτερες τιμές και μεγαλύτερη ποικιλία προϊόντων.

Ο περιορισμός του ωραρίου λειτουργίας των καταστημάτων (ειδικά των μεγάλων καταστημάτων, που δεν λειτουργούν ως οικογενειακές επιχειρήσεις αλλά με υπαλλήλους) περιορίζει την απασχόληση, αυξάνει το κόστος εργασίας και περιορίζει την παραγωγικότητα των καταστημάτων.

Οι μικροί καταστηματάρχες μπορούν αποτελεσματικά να προστατευθούν με την ΑΡΣΗ διαφόρων ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΩΝ ΔΥΣΚΟΛΙΩΝ που σήμερα αντιμετωπίζουν για την έναρξη της δραστηριότητάς τους και κατά τη λειτουργία τους και με τη ΔΙΕΥΚΟΛΥΝΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΒΑΣΗΣ ΤΟΥΣ ΣΕ ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ (το δεύτερο σημαντικότερο εμπόδιο στην ανάπτυξη, σύμφωνα με το European Observatory for Small and Medium Enterprises, και μάλλον το σημαντικότερο πρόβλημα στην Ελλάδα σήμερα), όπως επίσης και με τον ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟ ΤΩΝ ΑΔΕΙΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑΣ ΠΟΛΥΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΩΝ, εμπορικών κέντρων κλπ., ειδικά στα κέντρα των πόλεων - το τελευταίο περιορίζει βέβαια τις επιλογές των καταναλωτών - με προσοχή όμως, ώστε να μην ευνοούνται καταχρηστικά όσα ήδη λειτουργούν.

Τέλος, να μην ξεχνάμε ότι σύμφωνα με την προτεινόμενη ρύθμιση, το άνοιγμα θα είναι προαιρετικό. Όποιος δεν θέλει να ανοίξει (να ζυμώσει), μπορεί να παραμένει κλειστός (να κοσκινίζει). 

Τετάρτη, 5 Ιουνίου 2013

Αξιοπρεπής Βασική Εθνική Σύνταξη για όλους

Σύμφωνα με την έκθεση της ΤτΕ για τη νομισματική πολιτική που δημοσιοποιήθηκε την προηγούμενη εβδομάδα, το ποσοστό αναπλήρωσης του εισοδήματος στη σύνταξη θα πέσει, το διάστημα 2020-2060 στο 48,5% κατά μέσο όρο, έναντι 95,7% (το υψηλότερο στον ΟΟΣΑ!) που ήταν μέχρι το 2010. Αυτό σημαίνει ότι, «ελλείψει άλλων πηγών εισοδήµατος, το µειωµένο ποσοστό αναπλήρωσης του πρώτου πυλώνα θα οδηγεί κάτω από το όριο της σχετικής ένδειας όσους κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου λάµβαναν µέχρι και 1,2 φορές το διάµεσο εισόδηµα». Δεδομένης της πολύ σημαντικής μείωσης του βασικού και του μέσου μισθού, οι περισσότεροι συνταξιούχοι θα ζουν κάτω από το όριο της φτώχιας. 
Οι κρατήσεις για τη σύνταξη παραμένουν εξαιρετικά υψηλές, το ίδιο και η φορολογία, το προσδοκώμενο όμως εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση έχει περιοριστεί στο ελάχιστο. Προφανώς μόνο κατ' ευφημισμό είναι κρατήσεις για σύνταξη. Θα έπρεπε ευθέως να ειπωθεί ότι ένα μικρό μέρος αυτών στηρίζουν το ασφαλιστικό, ενώ το μεγαλύτερο μέρος κατευθύνεται, όπως ακριβώς και τα έσοδα από τη φορολογία, στη διατήρηση του πελατειακού κράτους. Η κυβέρνηση δεν λέει το προφανές: οι συνταξιοδοτικές κρατήσεις είναι φορολογία.
Για αντιστάθμισμα, η έκθεση προτείνει την «αξιοποίηση της επαγγελματικής και ιδιωτικής ασφάλισης» - δεν μας λέει όμως με τι χρήματα θα πρέπει να την πληρώσουν οι εργαζόμενοι και οι άνεργοι. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η πρόταση της Δράσης για κατάργηση των εισφορών εργοδότη και εργαζομένου και σύνταξη για όλους στα 67 από τον προϋπολογισμό είναι εξαιρετικά επίκαιρη. Με τις σημερινές δυνατότητες του προϋπολογισμού, η σύνταξη αυτή θα έφτανε τα 700 ευρώ, θα ήταν δηλαδή σχεδόν διπλάσια από τις τρέχουσες αγροτικές συντάξεις και αρκετά μεγαλύτερη από την πλειονότητα των συντάξεων.
Ποια είναι τα πλεονεκτήματα αυτής της πρότασης; Αυτομάτως, αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα του εργαζομένου κατά 20% και μειώνονται οι δαπάνες του εργοδότη κατά 22% για τους ασφαλισμένους του ΙΚΑ – υπάρχουν φυσικά διαφοροποιήσεις ανάλογα με το ταμείο, την αρχαιότητα του ασφαλισμένου, κλπ, ενώ σε άλλα ταμεία η αύξηση, δεδομένου ότι οι κρατήσεις δεν είναι αναλογικές του εισοδήματος, μπορεί να είναι πολύ μεγαλύτερη ή μικρότερη. Το επί πλέον αυτό εισόδημα μπορεί να διοχετευθεί όπου επιθυμεί αυτός που το λαμβάνει: ο εργαζόμενος θα μπορεί αν θέλει να αγοράσει ένα ιδιωτικό συνταξιοδοτικό συμβόλαιο. Ο εργοδότης μπορεί να επενδύσει για την ανάπτυξη της επιχείρησής του, να αυξήσει τον μισθό του υπαλλήλου ή να προσλάβει και κάποιον καινούριο. Και πάντως, σημαντικό μέρος των χρημάτων αυτών θα κατευθυνθεί στην αγορά – το πολυπόθητο «να πέσουν χρήματα στην αγορά» που εναγωνίως ψάχνουμε.
Η κατάργηση των εισφορών οδηγεί επίσης σε σημαντική μείωση του γραφειοκρατικού κόστους για τις επιχειρήσεις και των δαπανών για το δημόσιο (μισθοδοσία υπαλλήλων, ενοίκια κτιρίων, καθημερινά έξοδα λειτουργίας). Η πρόταση όμως έχει κυρίως ένα άλλο, εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα: δημιουργεί ένα δίχτυ προστασίας για όλους, ακόμα και για τους ανθρώπους που δεν έχουν δουλέψει καθόλου: το πραγματικό κοινωνικό κράτος δεν αφήνει στην τύχη τους τα πιο αδύναμα μέλη της κοινωνίας και δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα. Σήμερα, το κοινωνικό κράτος στη χώρα μας σπαταλά πόρους για διάφορα επιδόματα και προγράμματα στήριξης χωρίς σαφή κριτήρια ένταξης, ενώ χιλιάδες συνταξιούχοι λαμβάνουν συντάξεις προσβλητικά χαμηλές. Άλλοι συνάνθρωποί μας δεν καταφέρνουν να συμπληρώσουν τις απαραίτητες εισφορές λόγω μακροχρόνιας ανεργίας. Η αντιμετώπιση αυτών των καταστάσεων πρέπει να είναι προτεραιότητα.
Η πρόταση της Δράσης διαφέρει σημαντικά από την βασική σύνταξη που ήδη ψήφισε η κυβέρνηση με το νέο ασφαλιστικό και θα εφαρμοστεί από το 2015. Αυτή θα είναι αρχικά 360 ευρώ, με το υπόλοιπο ποσό - αν προκύπτει - να υπολογίζεται βάσει συντελεστών. Στην περίπτωση αυτή δεν καταργούνται οι εισφορές, δεν μειώνεται η γραφειοκρατία για τις επιχειρήσεις και διατηρούνται τα ταμεία. Δεν αυξάνεται το διαθέσιμο εισόδημα για κανέναν. Κυρίως, δεν καλύπτονται όλοι οι πολίτες. Η βασική σύνταξη έτσι όπως έχει θεσπιστεί παρουσιάζει σημαντικά μειονεκτήματα και αδικεί τους ασφαλισμένους.
Μπορούμε και χρειάζεται να προωθήσουμε τη σταδιακή εφαρμογή της πρότασης της Δράσης για μια αξιοπρεπή Βασική Εθνική Σύνταξη για όλους. Πρέπει να επεξεργαστούμε τις λεπτομέρειες της εφαρμογής, όπως την απαραίτητη μεταβατική περίοδο, το θέμα των δαπανών υγείας και κάποια εισοδηματικά κριτήρια. Αλλά είναι στο σωστό πνεύμα, προς τη σωστή κατεύθυνση. 

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στις 5/6/2013 στην Εστία)

Περισσότερες γυναίκες στην αγορά εργασίας!

Συνήθως όταν μιλάμε για τις γυναίκες στην αγορά εργασίας, αναφερόμαστε στα συγκλονιστικά ποσοστά ανεργίας που τις πλήττουν. Πράγματι, το ποσοστό ανεργίας των γυναικών (27,6%) στη χώρα μας είναι σημαντικά υψηλότερο από των ανδρών (23,3%). Μάλιστα στις ηλικίες 15-24 ετών, το 65,0% των οικονομικά ενεργών γυναικών είναι άνεργες.
Αξίζει όμως να δούμε προσεκτικά κι έναν άλλο δείκτη, που φανερώνει κατά την άποψή μου μία διαχρονική παθογένεια της ελληνικής πραγματικότητας, ανεξάρτητη από την κρίση: Το ποσοστό απασχόλησης των γυναικών ηλικίας 15-64 ετών στην Ελλάδα, με στοιχεία του ΟΟΣΑ του 2011, ανέρχεται στο 45,1%. Πρόκειται για το τρίτο χαμηλότερο μεταξύ όλων των χωρών του ΟΟΣΑ – ακολουθούν το Μεξικό (43,5%) και η Τουρκία (μόλις 27,8%). Ο μέσος όρος είναι σχεδόν δέκα μονάδες υψηλότερος, ανέρχεται στο 56,7%, ενώ το μεγαλύτερο ποσοστό από όλες τις υπό εξέταση χώρες το συναντάμε στην Ισλανδία, όπου το 77,3% των γυναικών εργάζονται.
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο μέσος όρος είναι σχεδόν είκοσι ποσοστιαίες μονάδες μεγαλύτερος, στο 62,3%. Αυτό συμβαίνει παρόλο που την τελευταία εικοσαετία η γυναικεία απασχόληση έχει αυξηθεί κατά 20% περίπου στην Ελλάδα.
Διαχρονικά λοιπόν, η ελληνική κοινωνία υποαξιοποιεί ένα μεγάλο τμήμα του φυσικού ταλέντου που διαθέτει αλλά και της επένδυσης που έχει κάνει στην εκπαίδευση των γυναικών. Ωστόσο, κλειδί για την ανάπτυξη της οικονομίας στα επόμενα χρόνια είναι η αύξηση της απασχόλησής των. Αυτός είναι ο δρόμος που ακολούθησαν οι ανεπτυγμένες χώρες, αυτός είναι και που επιλέγουν οι υπό ανάπτυξη χώρες. Η αποχή από την αγορά εργασίας, ή η μειωμένη συμμετοχή, είναι σπατάλη για ένα κράτος. Μάλιστα, το μέγεθος του ΑΕΠ κάθε χώρας συσχετίζεται θετικά με τον δείκτη ισότητας, ειδικά δε όταν αυτός περιλαμβάνει παραμέτρους σχετικές με την πρόσβαση και τη συμμετοχή στην αγορά εργασίας: όσο μεγαλύτερο το ΑΕΠ, τόσο μεγαλύτερη η ισότητα των φύλων (αν και η σχέση αιτίας-αιτιατού, αποκλειστικά είτε προς τη μία είτε προς την άλλη κατεύθυνση, δύσκολα αποδεικνύεται). Τέτοιοι δείκτες ισότητας δημοσιεύονται τακτικά από διάφορους οργανισμούς, όπως για παράδειγμα την ίδια της ΕΕ και το Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ, στις κατατάξεις των οποίων η Ελλάδα βρίσκεται στην 25η και στην 22η θέση αντιστοίχως, μεταξύ 25 χωρών (2009).
Αναλύοντας όμως περισσότερο τα ποσοστά, βλέπουμε ότι η απασχόληση των γυναικών μειώνεται όσο περισσότερα παιδιά αποκτούν, ενώ αντιθέτως αυξάνεται για τους άνδρες (το ίδιο συμβαίνει και με τις αποδοχές των δύο φύλων). Μάλιστα, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat, το φαινόμενο αυτό είναι πιο εμφανές στην Ελλάδα και σε κάποιες άλλες μεσογειακές χώρες. Η φροντίδα των παιδιών σε μεγάλο βαθμό είναι γυναικεία υπόθεση, της μητέρας ή της γιαγιάς. Καθώς μάλιστα με την αύξηση των ορίων ηλικίας συνταξιοδότησης όλο και περισσότεροι αποκτούν εγγόνια ενώ εργάζονται, η κατάσταση δυσκολεύει περαιτέρω για τις νέες οικογένειες και επιβαρύνει περισσότερο τις μητέρες, που αποχωρούν από την αγορά εργασίας.
Γνωρίζουμε όλοι επίσης ότι το ίδιο συμβαίνει και με τη φροντίδα των ηλικιωμένων και των αρρώστων. Όταν παρουσιαστεί ανάγκη για τέτοιες υπηρεσίες, σχεδόν αυτόματα θεωρείται ότι τον ρόλο θα τον αναλάβει μία γυναίκα, μητέρα ή κόρη, η οποία όμως συχνά έτσι σταματά να δουλεύει. Έτσι, καθώς ο πληθυσμός της χώρας γερνάει, ο κίνδυνος όλο και περισσότερες γυναίκες να αναγκαστούν να αποχωρήσουν από την αγορά εργασίας λόγω έλλειψης υποδομών για τον σκοπό αυτό είναι πολύ μεγάλος.
Οι Ελληνίδες δεν προτιμούν να μένουν στο σπίτι τους: σε σχετική έρευνα της Eurostat το 2007, πάνω από το 60% αυτών που δεν εργάζονταν ή εργάζονταν πολύ λίγες ώρες την εβδομάδα, δήλωσαν ότι βρίσκονται σε αυτή την κατάσταση όχι από επιλογή, αλλά επειδή δεν υπάρχουν αρκετές υποδομές φροντίδας και υποστήριξης των παιδιών και των ηλικιωμένων.
Η είσοδος και παραμονή των γυναικών στην αγορά εργασίας πρέπει να είναι ένας από τους στόχους της προσπάθειας ανάπτυξης και ανασυγκρότησης της χώρας που γίνεται σήμερα. Δεν περισσεύει καμία και κανένας σε αυτή την προσπάθεια. Ο διάλογος πρέπει να ανοίξει, για την αναβάθμιση του ρόλου της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία.
Η Δράση έχει ετοιμάσει ένα σύνολο προτάσεων προς αυτή την κατεύθυνση. Μερικές από αυτές έχουν ξαναειπωθεί - όπως για παράδειγμα η αύξηση των υποδομών φροντίδας μικρών και πολύ μικρών παιδιών και η διεύρυνση του ωραρίου και της περιόδου λειτουργίας των - αλλά για χρόνια παραμένουν απλώς προτάσεις, καθώς καμία από τις κυβερνήσεις δεν είχε ως προτεραιότητα τη βελτίωση του ποσοστού συμμετοχής των γυναικών στην αγορά εργασίας. Άλλες είναι ιδιαίτερα καινοτόμες, όπως αυτές για ένα νέο σχήμα αδειών εγκυμοσύνης, λοχείας και ανατροφής παιδιών. Πρέπει επιτέλους να ξεφύγουμε από την λογική των πρόωρων συνταξιοδοτήσεων, της γυναίκας-δεκανίκι του ατελούς κοινωνικού κράτους, και των παροχών που, ενώ φαινομενικά την υποστηρίζουν, στην πράξη υπονομεύουν τις πιθανότητές της να εργαστεί και να αναπτυχθεί επαγγελματικά επί ίσοις όροις με τους άνδρες συναδέλφους της.
Παρά το υψηλό ποσοστό ανεργίας, πρέπει σήμερα να αρχίσουμε όχι μόνο να συζητούμε, αλλά και να σχεδιάζουμε το αύριο στην αγορά εργασίας. Απελευθερώνοντας τις γυναίκες από τις υποστηρικτικές άμισθες δραστηριότητες που υποχρεώνονται να κάνουν (και που όλες, εκτός προφανώς του θηλασμού, μπορούν να γίνουν και από οποιονδήποτε τρίτο), με μικρή δαπάνη, μπορούμε να έχουμε πολλαπλάσιο θετικό αποτέλεσμα, καθώς όλο και περισσότερες μπορούν να επιλέξουν να δραστηριοποιηθούν επαγγελματικά και να προσφέρουν στο κοινωνικό σύνολο, όχι πλέον μόνο μέσα από τον ρόλο της μητέρας. Ταυτόχρονα, αυξάνεται και η απασχόληση συνολικά, και μάλιστα η γυναικεία απασχόληση, καθώς τα επαγγέλματα «φροντίδας» παραδοσιακά ασκούνται από γυναίκες.

(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στις 11/5/2013 στην Athens Voice)

Δεν είναι μόνο η μονιμότητα...

Ο Ηλίας έχασε πρόσφατα τη μητέρα του και είναι συντετριμμένος. Ήταν μοναχοπαίδι και ήταν πολύ δεμένος μαζί της, ειδικά μετά το διαζύγιο των γονιών του. Εργάζεται σε μία ιδιωτική εταιρία και έκανε χρήση της άδειας των δύο ημερών που δικαιούται για το θάνατο συγγενούς (ΕΓΣΣΕ 2002-2003). Οι συνθήκες είναι πλέον δύσκολες στη δουλειά, η επιχείρηση δυσκολεύεται να τα βγάλει πέρα, και ο Ηλίας προσπαθεί να διατηρήσει το επίπεδο της απόδοσής του ξέροντας ότι δεν έχει περιθώρια χαλάρωσης.
Η Μαρία, η σύζυγός του, ποτέ δεν τα πήγε καλά με την πεθερά της και, αν και αποφεύγει να το εκφράζει, δεν αισθάνεται ιδιαίτερη λύπη για την απώλεια. Τα τελευταία χρόνια ελάχιστα έβλεπε τη μακαρίτισσα, ήταν σαν δύο ξένες. Ωστόσο, επειδή εργάζεται στο Δημόσιο, σε κάποιο υπουργείο, η Μαρία δεν έχασε την ευκαιρία και πήρε τρεις ημέρες άδεια, όπως προβλέπεται για τους δημοσίους υπαλλήλους (αρ. 50 § 1 ΚΔΥ). Της πέρασε από το μυαλό να κολλήσει και μία μέρα «μηχανογραφική» (μία ημέρα άδεια κάθε δίμηνο που δικαιούνται οι δημόσιοι υπάλληλοι που εργάζονται σε υπολογιστή, αρ. 50 § 6 ΚΔΥ) και δύο ημέρες που δικαιούται για την αιμοδοσία (αρ. 50 § 5 ΚΔΥ) στην οποία συμμετέχει τακτικά (και η ίδια η ημέρα της αιμοδοσίας είναι άδεια) και να πεταχτεί μέχρι τη Λαμία στους ηλικιωμένους γονείς της, αλλά τελικά δεν θέλησε να αφήσει τον άνδρα της σε αυτή τη δύσκολη στιγμή.
Η Κατερίνα, ξαδέλφη της Μαρίας, και η Ελένη, φίλες από την παιδική τους ηλικία, γέννησαν με διαφορά ελάχιστων ημερών το πρώτο τους παιδί. Ήταν πολύ χαρούμενες που θα μοιράζονταν αυτή την εμπειρία και θα μπορούσαν να βοηθήσουν η μία την άλλη. Η Κατερίνα, ιδιωτική υπάλληλος, εννέα εβδομάδες (63 ημέρες) μετά τον τοκετό επέστρεψε στη δουλειά της (ΕΓΣΣΕ 2000-2001), αφήνοντας το μωρό της στη φροντίδα της γιαγιάς της, διότι και η δική της μητέρα εργαζόταν ακόμα και δεν υπήρχε καμία υποδομή που θα μπορούσε να δεχτεί μωράκια τόσο μικρά. Για 12 μήνες ωστόσο εργαζόταν δύο ώρες λιγότερο κάθε μέρα (ΕΓΣΣΕ 1993-1994, 2002-2003 και 2004-2005), προσπαθώντας να ισορροπήσει στη νέα κατάσταση για την οικογένεια. Στη συνέχεια, το ωράριό της για ένα εξάμηνο ήταν μειωμένο για μία ώρα καθημερινά, και πριν γίνει δύο χρονών το παιδί της είχε επιστρέψει στους κανονικούς ρυθμούς του πλήρους ωραρίου. Η γιαγιά της εξακολουθούσε να προσέχει το παιδί, και όσο αυτό μεγάλωνε τη βοηθούσε και ο παππούς, που είχε βγει στη σύνταξη αναγνωρίζοντας πλασματικά χρόνια για τη στρατιωτική του θητεία (και πληρώνοντας, ως δημόσιος υπάλληλος 6,7% επί των συντάξιμων αποδοχών του κατά την αίτηση, έναντι 20% που θα πλήρωνε αν εργαζόταν στον ιδιωτικό τομέα – ika.gr).
Η Ελένη έβλεπε τη φίλη της και αισθανόταν πολύ τυχερή που είχε καταφέρει, μερικά χρόνια πριν, να μπει στο δημόσιο από το παράθυρο, χάρη σε μία γνωριμία του πατέρα της με το βουλευτή της περιοχής του. Τρεις μήνες (90 ημέρες) μετά τη γέννα επέστρεψε κι εκείνη στη δουλειά, αλλά μέχρι να γίνει δύο ετών το παιδί της εργαζόταν δύο ώρες λιγότερο κάθε μέρα και στη συνέχεια, μέχρι το παιδί της να γίνει τεσσάρων, μία ώρα λιγότερο (αρ. 52 ΚΔΥ και αρ. 53 § 2). Γνωρίστηκε μάλιστα και με έναν νέο υπάλληλο στην υπηρεσία της – που είχε διοριστεί πριν εκείνη φύγει σε άδεια μητρότητας, αλλά δεν είχε εμφανιστεί στην υπηρεσία, διότι είχε αμέσως κάνει χρήση της εννεάμηνης άδειας που στο δημόσιο δικαιούνται και οι πρωτοδιοριζόμενοι (έναντι του μειωμένου ωραρίου) αν έχουν παιδί κάτω των τεσσάρων ετών (αρ. 64/2008 γνωμοδότηση του ΝΣΚ, η οποία έγινε αποδεκτή από τον υπουργό Εσωτερικών, ΔΙΔΑΔ/Φ.51/590/οικ. 14346/29-5-2008 του ΥΠ.ΕΣ) – και ανταλλάζανε εμπειρίες.
Η Κατερίνα, που αγαπούσε πολύ τη δουλειά της και ήθελε να ανέλθει στην εταιρία, πιέστηκε να προσαρμοστεί στο νέο της ρόλο, αυτόν της μητέρας. Νόμιζε ότι μόνο εκείνη είχε αναγκαστεί να αλλάξει, και ώρες-ώρες αναρωτιόταν αν θα ήθελε να ήταν ο σύζυγός της δημόσιος υπάλληλος, ώστε να μπορούσε να πάρει κι αυτός τη διάφορά της άδειας φροντίδας παιδιού μεταξύ ιδιωτικού και δημοσίου τομέα (όπως προβλέπεται για τους δημοσίους υπαλλήλους, αρ. 25 § 3 ΚΔΥ) και να μείνει κι εκείνος λίγο στο σπίτι με το μωρό – για να δει τη γλύκα, όπως έλεγε.
Πάντως και οι δύο φίλες αισθανόταν τυχερές, όταν έβλεπαν την Ειρήνη και τη Μαρίνα. Η Ειρήνη, ιδιωτική υπάλληλος όπως και ο σύζυγός της, είχε ένα βαριά άρρωστο παιδάκι και χρειαζόταν να τρέχει σε γιατρούς και νοσοκομεία. Πάσχιζε να οργανωθεί επιστρατεύοντας συγγενείς και φίλους και κάνοντας χρήση των 10 ημερών αδείας ετησίως (ΕΓΣΣ 2004-2005), που έδινε σε αυτήν και στον πατέρα ο νόμος για τον σκοπό αυτό, για να ανταπεξέλθει στις ανάγκες του.
Το παιδάκι της Μαρίνας ήταν κάπως καλύτερα, αλλά και πάλι… ως δημόσια υπάλληλος, πάντως, δικαιούνταν όχι 10, αλλά 22 ημέρες άδειας ετησίως για τις ανάγκες του (αρ. 50 § 2 ΚΔΥ).
Η Μαρίνα και η Ειρήνη ελάχιστο χρόνο είχαν για να διαβάσουν τις εφημερίδες ή να ακούσουν ειδήσεις. Έτρεχαν κάθε μέρα, για να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της καθημερινότητας. Έτσι δεν έμαθαν ότι εκείνες τις ημέρες κάποια εφημερίδα αποκάλυψε ότι καταδικασμένοι για δολοφονίες πρώην δημόσιοι υπάλληλοι, ήδη έγκλειστοι σε κάποιες φυλακές, εξακολουθούσαν να λαμβάνουν μέρος του μισθού τους, καθώς δεν είχαν ακόμα ολοκληρωθεί οι κρίσεις των πειθαρχικών συμβουλίων. Όπως προβλέπεται από το νόμο, «η πειθαρχική διαδικασία είναι αυτοτελής και ανεξάρτητη από ποινική ή άλλη δίκη» (Μέρος Ε’ «Πειθαρχικό Δίκαιο» ΚΔΥ).
Οι πολίτες στην Ελλάδα είναι χωρισμένοι σε δύο κατηγορίες: στους εντός του συστήματος υπάλληλους του στενού και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και στους εκτός συστήματος, του ιδιωτικού και τους αυτοαπασχολούμενους. Δεν τους χωρίζει όποιος το επισημαίνει, έχει φροντίσει γι’ αυτό ο νόμος, ο οποίος προέβλεψε να έχουν μεγαλύτερα ευεργετήματα οι μέσα από τους έξω, αν και ο λογαριασμός σε μεγάλο βαθμό πληρώνεται από τους έξω. Δεν χρειάζεται να ανατρέξουμε στις επαναλαμβανόμενες δηλώσεις στελεχών της κυβέρνησης, της συμπολίτευσης και της εντός του κοινοβουλίου αντιπολίτευσης, σχετικά με το ότι δεν θα γίνει καμία απόλυση στο δημόσιο, για να το καταλάβουμε.
Παρά τους 1,32 εκατ. ανέργους του ιδιωτικού τομέα (26,4% του ενεργού πληθυσμού), η άρνηση να γίνουν απολύσεις και στο Δημόσιο είναι ένα μόνο μέρος της αδικίας. Ο όγκος των διακρίσεων που έχουν κατά καιρούς θεσμοθετήσει οι κυβερνήσεις, πάντα εις βάρος του ιδιωτικού τομέα, υπό την πίεση της εκάστοτε αντιπολίτευσης και των συνδικάτων, είναι τεράστιος. Είναι όμως καιρός να σκεφτούμε και να θεσμοθετήσουμε ένα κοινό πλαίσιο υποχρεώσεων και παροχών για όλους τους εργαζομένους. Η εξίσωση δεν χρειάζεται να γίνει προς τα κάτω, ούτε όμως πρέπει να σκεφτόμαστε μαξιμαλιστικά. Ας αρχίσουμε.
(Το κείμενο αυτό δημοσιεύθηκε στις 14/4/2013 στην Athens Voice)